Κοίτα, θα τον περνούσα εύκολα για τρελό. Έναν μοναχό τον καιρών του. Ίσως για έναν γνήσιο εκκεντρικό που επέλεξε να ουρλιάζει τις ιδέες του τα βράδια.

Αλλά να μου το θυμάστε. Είναι από ‘κείνους που κρύβουν ένα κεφάλι γεμάτο χρυσάφι. Χωρίς να θέλω να χαϊδέψω αυτιά ή ό,τι.
Από τη Ζυρίχη στην πλατεία Ναυαρίνου, με μια κιθάρα στα χέρια, στο Εν Ελλάδι, στο Κίνγκστον, στο Φάνκι, στον Παπαγάλο, στο Ινσάιντ, στο Καφέ Αμερικαίν, στην Υδρόγειο. Σε όλα τα μαγαζιά που κάποτε γέμιζαν τις περιγραφές της Σαλονίκης. Κι ύστερα, ήρθε στην Αθήνα. Για να αλλάξει τις μέρες του και να τον φέρει στα φώτα που του ανήκουν δικαιωματικά.
Ο Πάνος σου μιλάει. Λέει τις αλήθειες του βρώμικα, να χαράξουν. Κι είναι επιλογή σου αν θα τον κοιτάς στα μάτια, ή θα τον αφήσεις να χαϊδεύει μια φυσαρμόνικα. Με τις δικές του ανάσες.
Δε νομίζω να τον νοιάζει ιδιαίτερα.

Συνέντευξη,
Κωνσταντίνος Παπαπρίλης Πανάτσας


Στριμωγμένοι, σε καμαρίνι, ξεκινάμε κουβέντα. Και δεν θα μιλήσουμε για μουσική, δεν θα πούμε για φωνές δεν θα πούμε για σχέδια που ανήκουν στο μέλλον. Θα πούμε για γενιές, για παιδιά, για ανθρώπους και ανθρωπιά.
Θα πούμε για όλους αυτούς, που είναι από δεκαοχτώ έως τριάντα πέντε, στις ηλικίες τις πιο γόνιμες, θα πούμε σε τι επιλογές έχουν μείνει, ποιες είναι διαθέσιμες, θα πούμε πως μπορεί να σκέφτονται και τι μπορεί να περιμένουν. Εδώ, στα μέρη μας.

«Νομίζω πως όλοι έχουμε χάρισμα. Όλοι. Κι ό,τι θέλουμε πιο πολύ, ό,τι πιστεύουμε πιο πολύ, το πετυχαίνουμε. Δεν ξέρω αν μπορούμε να δουλέψουμε ως σύνολο προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά όσον αφορά στον καθένα από εμάς, ό,τι θέλεις, μπορείς να το καταφέρεις.
Οπότε, άσχετα με το αν είναι οι εποχές έτσι, απογοητευτικές λίγο ή πολύ, αν σκεφτείς το τι έχουν περάσει οι παππούδες και οι πατεράδες μας, που είδαν τόσο πιο δύσκολα χρόνια, μένουμε μόνο με μια επιλογή. Απλώς, δεν πρέπει να το βάζουμε κάτω.»

Και κάθομαι και του πετάω ένα «γιατί», τίποτα περισσότερο. Και δεν σταματάει.
«Δεν νομίζω πως αυτά ήταν, ακριβώς, τα χαρακτηριστικά που καταστρέψανε τον ελληνικό λαό. Δεν νομίζω πως το ρουσφέτι ήταν αυτό που μας έφαγε το φιλότιμο και το αίσθημα της φιλοξενείας, γιατί, αμα γυρίσεις μερικά χρόνια πίσω όλα ήταν αλλιώς.
Νομίζω πως αυτό που λείπει από την Ελλάδα, είναι εκείνη η καρτ ποστάλ, με τη γιαγιάκα, που καθαρίζει φασολάκια έξω στην αυλή, και το γαϊδουράκι που ανεβαίνει τα σκαλοπάτια, σαμαρωμένο, με τον παππού να τ’ οδηγάει μπροστά και να καπνίζει το τσιγάρο που μόνος του έκοψε, από τα δικά του τα καπνά. Σου λείπει η αίσθηση εκείνη, που περνούσες έξω από ένα καφενείο, έτσι, ψιλοσκυμμένος και σου φώναζαν οι παππούδες «Ψηλά το κεφάλι ρε μικρέ!»
Σου λείπει.»

Τον κόβω, πρέπει να φανεί πως είμαι κι εγώ εκεί, και του ζητάω να μάθω τι χάσαμε. Τι έφυγε από πάνω μας.
Και με κοιτάει σα να μη σταμάτησε ποτέ να μου πει γι’ «αυτή, την αίσθηση της επικοινωνίας.
Γιατί μπήκαμε ξαφνικά όλοι μας σ’ αυτό το σύστημα του… εξευρωπαϊσμού, με αυτό το κόλπο της μεγάλης πιστωτικής κάρτας.»

Νομίζω, πως σ’ αυτό το σημείο θέλεις κι εσύ να τον ρωτήσεις το ίδιο. Πως μπορούμε να επιστρέψουμε. Πως γυρίζουμε πίσω, σ’ αυτό που περιγράφει.
Και λέει εκείνος: «Η αλήθεια είναι πως όλο αυτό το δέσιμο, και η κατανόηση, και η φιλοξενία, και η ανθρωπιά του παρελθόντος, βγήκε μέσα από κακουχίες. Ποτέ δεν βγήκε μέσα από την εύκολη ζωή. Στα δύσκολα, χρειάζεσαι ανθρώπους δίπλα σου, για να ξέρεις πως το περνάς αυτό το πράμα μαζί τους. Χρειάζεσαι ένα δέσιμο, να είσαι πιο δυνατός. Πιο δυνατός.»

Κι όσο μιλάει για δύναμη αναρωτιέσαι πόση δύναμη έμεινε στο σήμερα. Κι αν έμεινε, πόσο θ’ αντέξει ακόμη, πως αναγεννιέται, πως παραμένει. «Αυτά μένουν. Ο σεβασμός, ξέρω ‘γω, και η αγάπη. Η κατανόηση. Το μοίρασμα. Όλα αυτά, που ξέρεις, και ξέρεις πως πριν από δυο χιλιάδες χρόνια σταυρώσανε έναν τύπο, εκεί πάνω στον σταυρό του, και κάθε Πάσχα, εμείς κλαίμε που τον σταυρώσανε αυτοί οι κακοί άνθρωποι, και δεν μπαίνουμε λίγο στη θέση να σκεφτούμε πως, αν εμείς ήμασταν σε κείνη την εποχή, με ποιανού το μέρος θα ήμασταν.
Και τι του απαντάς;

«Πολλές φορές σκέφτηκα, ενώ μ’ αρέσουν τόσο πολύ οι διδαχές του Χριστού περί αγάπης, όπως και οποιασδήποτε θρησκείας που μιλά για την ομορφιά του ανθρώπου, και όσα ακόμη μπορεί να δώσει, να πάρει και τα λοιπά, αλλά, μου φαίνεται παράλογο.
Μου φαίνεται πως εμείς τον σταυρώσαμε τον Χριστό.
Και τον σταυρώνουμε καθημερινά.»

Κι είχε να μου πει αυτά.
Κι εσύ, έχεις ν’ αποφασίσεις αν σου άρεσαν ή όχι, εγώ θα το δεχτώ.

No more articles