Ο χίπστερ της φωτογραφίας στο εξώφυλλο του άρθρου, έγραψε το σημαντικότερο βιβλίο της ελληνικής γλώσσας. Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου γεννιέται στο Καρπενήσι, στις 2 Φεβρουαρίου του 1877. Φεύγει στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου του 1940.

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, σε μεγαλύτερη ηλικία.

Το 1918, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, εμφανίζει ένα επικό βιβλίο για τα ελληνικά δεδομένα. Εμφανίζει “Τα Ψηλά Βουνά” ως αναγνωστικό της Γ’ Δημοτικού.

“Τα Ψηλά Βουνά”, η πρώτη τους έκδοση, του 1918.

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου ήταν θερμότατος υποστηρικτής της δημοτικής γλώσσας στο γλωσσικό ζήτημα. Έτσι, στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης (1917-1920) του Ελευθέριου Βενιζέλου, η οποία πρωτοκαθιέρωνε τη χρήση της δημοτικής στο δημοτικό σχολείο, μπαίνει στις σχολικές τάξεις.

Το αναγνωστικό αυτό διαφέρει από κάθε άλλο που μπήκε ως τώρα στο δημοτικό σχολείο, όσο η αυγή από τη νύχτα.

Γρηγόριος Ξενόπουλος, για “Τα Ψηλά Βουνά” στη “Διάπλαση των Παίδων”
Σκίτσο του Ζαχαρία Παπαντωνίου για Τα Ψηλά Βουνά.

Το βιβλίο αποτελεί θρύλο στο χώρο του εκπαιδευτικού βιβλίου όχι μόνο ως καινοτόμο και προοδευτικό εγχειρίδιο για την εποχή του αλλά και ως διαχρονικό υπόδειγμα επιτυχημένου σχολικού βιβλίου, το οποίο, μόλις ολοκλήρωσε την πορεία του ως υποχρεωτικό ανάγνωσμα, ξεκίνησε μια νέα ζωή ως ελεύθερο λογοτεχνικό παιδικό ανάγνωσμα. Για να καταλάβουμε τη συμβολική σημασία του και την αντοχή του στο χρόνο, αρκεί να πούμε ότι το καλοκαίρι του 1974, όταν χρειάστηκε να αντικατασταθούν τα σχολικά βιβλία μετά την πτώση της Δικτατορίας, ήταν το αναγνωστικό που επιλέχθηκε για τη Γ΄ Δημοτικού.

(από το επίμετρο της Λαμπρινής Κουζέλη)

Ακολουθούν τρία κεφάλαια από “Τα Ψηλά Βουνά”, να καταλάβετε πόσο τα σπάνε:

Κεφάλαιο 01
Οἱ τρεῖς φωτιές.

Βραδιάζει. Τί λαμπρὴ φωτιὰ εἶναι αὐτὴ ποὺ φάνηκε στὸ βουνό!
Πρῶτος ὁ Φάνης τὴν εἶδε. Πρῶτος αὐτὸς βλέπει τὶς ὀμορφιὲς τῆς γῆς καὶ τ’ οὐρανοῦ, καὶ τὶς δείχνει στ’ ἄλλα παιδιά: τὸν ἥλιο ποὺ βασιλεύει, τὰ σύννεφα ποὺ τρέχουν στὸν οὐρανό, τὸ ἄστρο ποὺ καθρεφτίζεται στὸ ρυάκι.
«Κοιτᾶτε, εἶπε, μιὰ φωτιὰ ἐκεῖ ἀπάνω» κι ἔδειξε τὴ φωτιὰ στὰ δυὸ παιδιὰ ποὺ ἦταν μαζί του, στὸ Μαθιὸ καὶ στὸν Κωστάκη.
Κάθονται κι οἱ τρεῖς αὐτὴ τὴν ὥρα στὸ πεζούλι τῆς ἐκκλησίας. Εἶναι κουρασμένοι ἀπὸ τὸ πολὺ παιχνίδι. Ἔχουν διακοπές.
«Ναί, ἀλήθεια, μιὰ φωτιά!» εἶπαν οἱ ἄλλοι δυό.
«Πῶς λάμπει!» εἶπε ὁ Φάνης. «Σὰν τὸ χρυσάφι».
Τὰ παιδιὰ τὴν κοιτάζουν καὶ ρωτοῦν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο: ποιὸς τάχα τὴν ἄναψε; Μήπως οἱ τσοπάνηδες ποὺ βόσκουν τὰ κοπάδια; Μήπως οἱ λοτόμοι, ποὺ κόβουν τὰ δέντρα μὲ τὰ τσεκούρια; Ἢ μήπως κανένας ποὺ πῆγε νὰ προσκυνήση στὸν Ἁι-Λιά; Κάπου ἐκεῖ κοντὰ εἶναι αὐτὸ τὸ μοναστήρι.
«Μπορεῖ νὰ μὴν τὴν ἄναψαν ἄνθρωποι» εἶπε ὁ Κωστάκης.
«Τότε ποιός;»
«Μπορεῖ νὰ τὴν ἄναψε ὁ Ἀράπης».
«Καὶ τί εἶναι αὐτὸς ὁ Ἀράπης;» ρώτησαν οἱ ἄλλοι δυό.
«Εἶναι ἕνας μεγάλος ἀράπης, ποὺ ἔχει τὴ σπηλιά του ἐκεῖ ἀπάνω σ’ ἕνα βράχο. Στὴ μέση στὸ βουνὸ λένε πὼς εἶναι αὐτὸς ὁ βράχος».
«Σώπα, καημένε Κωστάκη» λέει ὁ Μαθιός. «Τὸ πιστεύεις ἐσύ; ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω. Ποιὸς τὸ εἶδε;»
«Τὸ ἔλεγε ἡ γιαγιά μου».
«Καὶ ποῦ τὸ ξέρει αὐτή»;
«Εἶναι πολὺ γριὰ ἡ γιαγιά μου».
Ὅσο νύχτωνε, τόσο ἔλαμπε αὐτὴ ἡ φωτιά· κι ὅσο ἔλαμπε, τόσο ὁ Κωστάκης πίστευε τὴ γιαγιά του.
Ὁ Μαθιὸς δὲν πίστευε τίποτα· γι’ αὐτὸν τὴ φωτιὰ τὴν εἶχε ἀνάψει τσοπάνης.
Ὁ Φάνης δὲ μιλοῦσε.
«Φάνη! Φάνη! τρεῖς φωτιές, τρεῖς φωτιές!»
Ἔτσι ἀκούστηκαν νὰ φωνάζουν δυὸ παιδιά, ποὺ ἔτρεχαν κατὰ τὸ μέρος ἐκεῖνο γιὰ νὰ βροῦνε τὸ Φάνη.
Ὁ Φάνης τὶς εἶχε δεῖ ἐκείνη τὴ στιγμή. Στὴ µιὰ φωτιὰ κοντὰ εἶχαν ἀνάψει κι ἄλλες δυό. Τρεῖς χρυσὲς φωτιὲς ἔλαµπαν ἀραδιασμένες στὸ βουνό, ποὺ δὲ φαίνεται πιὰ παρὰ σὰ θεόρατος γαλανὸς ἴσκιος ἀπάνω στὸν οὐρανό.
Ἡ εὐαίσθητη ψυχὴ τοῦ Φάνη ἔμεινε καὶ στὸ θέαμα τοῦτο ἐκστατική.
«Ποιὸς τὴν ἄναψε;» ρωτᾶ καὶ πάλι ὁ Μαθιός. «Τί λὲς ἐσύ, Φάνη;»
Ὁ Φάνης ἀπάντησε:
«Νὰ ἤμαστε κεῖ πάνω!»

Κεφάλαιο 11
Ἄστρα, γρῦλοι καὶ κουδούνια.

Οι φίλοι μας κοιμοῦνται βαθιὰ στὶς καλύβες. Ποῦ καὶ ποῦ ἀκούγονται παραμιλητά.
Μερικοὶ φωνάζουν: «Αὔριο θὰ ξεκινήσωμε γιὰ τὸ βουνό!», καὶ ξανακοιμοῦνται.
Ἕνας λέει: «Δὲν εἶναι ὥρα σοῦ λέω γιὰ τὸ σχολεῖο. Δὲ χτύπησε ἀκόμη ἡ καμπάνα!»
Ἕνας ἄλλος: «Μητέρα δὲν τὴ θέλω τόσο μικρὴ φέτα!»
Ἕνας τρίτος: «Κοίταξε μὴν ἔρθη ἡ μάνα μου, ἔχω πάρει ἀπὸ τὸ ντουλάπι ὅλο τὸ βάζο μὲ τὸ γλυκό».
Ἦταν ὁ Φουντούλης. Ὅταν ξύπνησε κι εἶδε πὼς δὲν ἔχει τίποτα, τοῦ κακοφάνηκε. Δὲν ἤθελε νὰ ξανακοιμηθῆ, μήπως πάθη πάλι τὸ ἴδιο. Μὰ ἡ κούραση τὸν ἀποκοίμισε.
Ὁ Φάνης ἄνοιξε τὰ μάτια του. Ἀπὸ κάποιες τρῦπες τῆς καλύβας βλέπει οὐρανό, καὶ καταλαβαίνει πὼς εἶναι ἀκόμη νύχτα.
Μὰ δυσκολεύεται νὰ κοιμηθῆ ἄλλο. Ντύνεται καὶ γλιστρᾶ ἔξω ἀπὸ τὴν καλύβα· θέλει νὰ δῆ τὴ νύχτα στὸ δάσος. Κάθισε κεῖ ἀπέξω καταγῆς.
Πρώτη φορὰ εἶδε τόσο βαθὺ οὐρανό. Πόσα ἄστρα! Ἦταν σὰν ἀμέτρητο χρυσὸ μελίσσι, ποὺ χύθηκε ψηλὰ κι ἔβοσκε.
Ἄστρα πολλὰ ἐδώ, ἄστρα λίγα παρακάτω. Κάπου δυὸ μαζί, κάπου ἕνα μοναχό, σὰν ξεχασμένο. Πέντ’ ἕξι ἄστρα μαζί, σὰν κλαράκι. Νάναι ἡ πούλια;
Στὴ μέση τ’ οὐρανοῦ, ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὸ Φάνη, ἕνα λευκὸ ποταμάκι χυνόταν ἥσυχα ἀπὸ τὸ βοριὰ στὸ νότο· κυλοῦσε μυριάδες μικρὰ ἄστρα, λευκὰ σὰν ἀνθούς.
Μέσα στὸ δάσος ἀμέτρητοι γρῦλοι τραγουδοῦσαν κι ἔλεγαν ὅλοι τὸ ἴδιο τραγούδι.
Ἀπὸ πέτρες, ἀπὸ τρῦπες τῆς γῆς ἔβλεπαν τὴν ἀστροφεγγιά οἱ μικροὶ τραγουδιστάδες καὶ τὴν κελαηδοῦσαν.
Κι ὕστερα ἀκούστηκαν μακριὰ τὰ κουδούνια τῶν κοπαδιῶν. Εἶναι οἱ βλάχοι. Δικό τους θὰ εἶναι τὸ μεγάλο κοπάδι ποὺ βόσκει.
Ἄκου πόσα κουδούνια!… Μικρά, μεγάλα, ψηλά, βαθιά, γλυκά, βραχνά. Κουδουνίσματα πολλὰ ὅπως τ’ ἄστρα, ὅπως οι γρῦλοι.
Κι ἔξαφνα ἕνα πράσινο ἄστρο, σὰ νὰ ἦταν πολὺ χαρούμενο, ἄναψε, χύθηκε ἀνάμεσα στ’ ἄλλα καὶ χάθηκε…
Τί ὡραία νύχτα!
Ὁ Φάνης ἔνιωσε ψύχρα καὶ μπῆκε μέσα νὰ πλαγιάση. Μὰ καὶ σκεπασμένος ἔβλεπε τὴν ἀστροφεγγιά.
Τοῦ φαίνονταν ὅλα ἐκείνα τ’ ἄστρα δικά του. Κανένας ἀπὸ τοὺς ἄλλους δὲν τὰ εἶχε δεῖ.
Ἀποκοιμήθηκε ἀκούγοντας τὰ κουδούνια.

Κεφάλαιο 79
Ἔπειτα ἀπὸ χρόνια.

Ὅσοι ἀπὸ τοὺς παλιοὺς θυμοῦνται αὐτὴ τὴν ἱστορία, μᾶς εἶπαν πὼς ἐκεῖ στὴ χώρα φάνηκε ἔπειτα ἀπὸ χρόνια ἕνας δάσκαλος, ποὺ ἄφησε ὄνομα.
Ἔπαιρνε τὰ παιδιὰ καὶ τὰ δίδασκε κάτω ἀπὸ τὰ δέντρα.
Ὅταν δὲν ἦταν βαρυχειμωνιά, εἶχαν γιὰ σχολεῖο πότε ἕνα πεῦκο, πότε ἕναν πλάτανο.
Ἔπαιρναν τὸ βιβλίο τους καὶ διάβαζαν μαζί του ἀπάνω στοὺς λόφους, στὸν ἥλιο καὶ στὸν ἀέρα.
Ἀπὸ κεῖ τοὺς ἔδειχνε τοὺς γύρω τόπους, τὴ γῆ, τὸν οὐρανό, τὰ πλάσματα ὅλα. Τοὺς πήγαινε κοντὰ στὶς ἀγελάδες, στὰ πρόβατα, στὰ γίδια, στὶς κότες γιὰ νὰ μάθουν πῶς ζοῦνε.
Τοὺς μάθαινε τὴ ζωὴ τῶν δέντρων, τῶν πουλιῶν καὶ τῶν ἐντόμων. Ὅταν ἦταν καθαρὴ ἀστροφεγγιά, τοὺς ἔδειχνε ἀπὸ ἕνα ὕψωμα καὶ τοὺς ὠνόμαζε τ’ ἄστρα.
Τοὺς μάθαινε νὰ γράφουν ὅσα ἔβλεπαν στὸν κόσμο κι ὅσα εἶχαν στὸ νοῦ καὶ στὴν ψυχή τους.
Τὸ δάσκαλο αὐτὸ τὸν ἔλεγαν Λάμπρο.
Ὅσο γιὰ τὸν Γκέκα δὲν ξέρομε τί ἀπόγινε. Σπάνια μαθαίνουν οἱ ἄνθρωποι τὴν ἱστορία τῶν σκύλων.

ΤΕΛΟΣ

No more articles