Λέξεις: Κωνσταντίνος Παπαπρίλης Πανάτσας

Ο Όρκος του φυγά

Σήκωσε το δεξί σου χέρι.
Ένωσε αντίχειρα, δείκτη και μέσο.
Επανέλαβε.
«Ορκίζομαι,
να χωρέσω σ’ έναν σάκο τα όνειρά μου,
να μάθω αλφαβήτα με εικοσιέξι γράμματα
έι, μπι, σι, ντι, οι καριόληδες
δεν μ’ άφησαν να σηκώσω κεφάλι,
και να βρω φτερά.
Απλή μεταβίβαση,
χωρίς επιστροφές και μαλακίες.

Ν’ αναπνέω ομίχλη,
να ξερνάω βροχή,
να δαγκώνω τα χέρια μου, να τα κάνω γρανάζια,
να φτύνω το περίσσιο δέρμα,
μπας και γίνει η γη οικεία,
να μοιράζω την πατρική μου σκέψη
τις μνήμες που πλύθηκαν φως,
στους μόνους νοικιάρηδες που ‘δαν την αγγελία
των ετοιμοθάνατων.
Τιμές ευκαιρίας,
μυαλά ευκαιρίας,
τομάρια ευκαιριακά που ντύνουν
άστεγους αληθινούς.

Να κλαίω βουβά, μόνο νύχτα,
με το ταβάνι απέναντι,
γιατί το κλάμα το δικό μου,
δεν μεταφράζεται στ’ αγγλικά.
Αλεμάνοι, Φραντσέζοι και Γιάνκηδες,
κοιμούνται τα βράδια.
Τρώνε ρολόγια για πρωινό
και χέζουν θέσεις εργασίας.

Ορκίζομαι,
να μη βουλώσω τ’ αφτιά μου,
να φάω όλους τους λωτούς του κόσμου,
να μείνω σώγαμπρος,
στης Ναυσικάς.

Κι εσύ,
μείνε στον αργαλειό μωρή.
Λες και δεν σε χορταίνουν οι μνηστήρες.
Τα βογγητά σου,
με νανουρίζουν δέκα χρόνια.
Κι άλλα τόσα.

Ορκίζομαι,
λοιπόν,
να μην κοιτάξω πίσω.»

Υστερόγραφο.
Γι’ αντάρτες ορκισμένους πια,
σε φουαγιέ κι αίθουσες εκδηλώσεων.
Των καιρών μας τα λιμάνια.
Για τα ξένα.

Ελληνικοί Πόλεμοι

Όταν χάσαμε τη Μάχη της Μάγχης,
όταν απέτυχε η απόβαση
κάτω απ’ της θάλασσας τη στάθμη,
τα στρατόπεδα συγκέντρωσης
όλα
είχαν γρασίδι,
παγκάκια
και βιβλιοθήκες πολύχρωμες.

Εσύ εκεί

Μα αλήθεια,
θα περάσεις τα χρόνια σου
ποτισμένη από ομίχλη,
μ’ έξωση απ’ τον παράδεισο
στα χέρια και τα μάγουλα;

Γάμα τον σπιτονοικοκύρη σου.
Σβήνε τα φώτα όταν κοντεύει,
και πες μου μόνο,
πως γίνεται
ν’ αλλάζεις τον ήλιο τον δικό μας
για έναν
που δεν σε ζεσταίνει.

Μέσα κι έξω.

No more articles