Το ψευτοδίλημμα και ο μύθος

Το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα την τελευταία διετία έδωσε νέα πνοή στους διάφορους μύθους που κυκλοφορούσαν μέχρι τώρα για τη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967, με κλασσικότερο παράδειγμα τη θέση ότι «οι δικτάτορες ήταν τίμιοι άνθρωποι» ή την πεποίθηση ότι «η Ελλάδα ποτέ άλλοτε δεν έφτασε σε τόσο υψηλά επίπεδα ανάπτυξης».

Αναμφίβολα το χαρτί της ευημερίας, που τόσο δυναμικά έπαιξε το καθεστώς της επταετίας, είχε θετικές συνέπειες για κάποια κοινωνικά στρώματα του ελληνικού πληθυσμού. Από την ευημερία, ωστόσο, στο «οικονομικό θαύμα» η απόσταση είναι μάλλον χαώδης. Στην πραγματικότητα, η οικονομική πολιτική που εφάρμοσε η δικτατορία έχει να επιδείξει παλινδρομήσεις και σκάνδαλα, τα οποία δεν υστερούν σε τίποτα από αυτά των δημοκρατών «διαδόχων» της.

Χαρακτηριστικά, η πρώτη πολιτική πράξη των ηγετών της δικτατορίας, ήταν να αυξήσουν τις απολαβές τους. Ο Αναγκαστικός Νόμος 5/1967 υπερδιπλασίασε το μισθό του πρωθυπουργού (από 24.000 περίπου σε 45.000 δραχμές), ενώ οι αποδοχές των υπουργών και υφυπουργών αυξήθηκαν από 23.000 σε 35.000 δραχμές.

Τα κραυγαλέα, βέβαια, σκάνδαλα της «επταετίας» αποτέλεσαν οι «αναπτυξιακές» συμβάσεις. Η πρώτη από αυτές κλείστηκε το 1967 με την Litton Industries και αφορούσε επενδυτικά πακέτα ανάπτυξης σε Κρήτη και Πελοπόννησο, πακέτα, όμως, που απείχαν παρασάγγες από ό,τι αναμενόταν, με αποτέλεσμα να λυθεί η συμφωνία κακήν κακώς το 1969 και το ελληνικό δημόσιο να απολέσει υπέρογκα για την εποχή ποσά. Η προσπάθεια, επίσης, για την αξιοποίηση του εργολάβου εξ Αμερικής, Robert McDonald, ως υπεύθυνου ανεύρεσης κεφαλαίων για την κατασκευή της Εγνατίας Οδού εξελίχθηκε σε φιάσκο, όταν ο εν λόγω κύριος το έσκασε κυριολεκτικά με περίπου πέντε εκατομμύρια δραχμές σε ρευστό κι άλλα περίπου τριάντα σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου. Για την εταιρεία Esso Papas, φυσικά, τα σχόλια περιττεύουν. Το αφεντικό της, ο περιώνυμος Τομ Πάπας, πρωτοστάτησε στην υπόθεση που έμεινε γνωστή ως το «ελληνικό Γουότεργκεϊτ», καθώς αναπαρήγε με μεγάλη ικανότητα κονδύλια της CIA για το χρηματισμό του Νίξον απ’ το καθεστώς. Ο ίδιος ο Πάπας εξασφάλισε, μάλιστα, από τη χούντα άδεια για τη δημιουργία εργοστασίου εμφιάλωσης της Coca Cola στην Ελλάδα, γεγονός που άνοιξε το χορό της «εισβολής» των αμερικανικών πολυεθνικών στην ελληνική αγορά.

Από την υπόθεση των «σάπιων κρεάτων» μέχρι το «Τάμα του Έθνους» (χουντικό εγχείρημα για την ανέγερση ενός μνημειώδους ναού του Σωτήρος στα Τουρκοβούνια – ως εκπλήρωση της υπόσχεσης της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του 1829 προς το Θεό – που κόστισε συνολικά 453.300.000 δραχμές και δεν έγινε ποτέ!) τα οικονομικά πεπραγμένα του απριλιανού καθεστώτος χαρακτηρίζονταν από την αδυναμία του να συμβιβάσει πρακτικές φιλελεύθερης οικονομίας με τη βαθιά συντηρητική του φύση και κοσμοθεωρία. Το αποτέλεσμα ήταν μια επίπλαστη ευημερία. Όπως πολύ εύστοχα είχε διαπιστώσει ο αείμνηστος Ξ. Ζολώτας: «Η πολιτική της δικτατορίας ήταν στην ουσία πολιτική ποσοτικής μεγεθύνσεως και όχι οικονομικής αναπτύξεως… Αλλά η δομή της οικονομίας δεν βελτιώθηκε και οι αδυναμίες της όξυναν τα προβλήματα». Ο πληθωρισμός άγγιξε το 30%, ενώ ο εγκλωβισμός της χώρας στον υψηλό δανεισμό κατέστη αναπόφευκτος. Έχει ιδιαίτερη σημασία, επίσης, να αναφέρουμε ότι ο Σπύρος Μαρκεζίνης, όταν αναλάμβανε εξ ονόματος των δικτατόρων την φιλελευθεροποίηση της χώρας (Οκτώβριος 1973), έκανε λόγο για «πλήρη εξάρθρωση της αγοράς».

Οι παραπάνω «υπενθυμίσεις» σε καμία περίπτωση δεν αποσκοπούν στο να «χρυσώσουν το χάπι» και να εξωραΐσουν τις δύσκολες συγκυρίες στις οποίες εγκλώβισαν την Ελλάδα οι μεταδικτατορικές πολιτικές πρακτικές. Όσες φιλότιμες προσπάθειες και να κάνουν, οι ηγέτες της Μεταπολίτευσης θα φέρουν για πάντα το στίγμα της οικονομικής καταστροφής και της παράδοσης της χώρας στο ξένο κεφάλαιο. Περισσότερο ήθελα να αναδείξω το ψευτοδίλημμα που τελευταία θέτει σημαντική μερίδα της κοινής γνώμης και το οποίο εστιάζει στο μάλλον φαιδρό, για μένα, ερώτημα: «χωλή δημοκρατία ή χούντα;». Δεν είμαι σίγουρος αν πίσω από αυτό κρύβεται άγνοια, ανασφάλεια ή υστεροβουλία. Το γεγονός πάντως ότι όλο και πιο πολύς κόσμος υποτάσσεται στις γενικεύσεις, ταυτίζοντας την «μεταπολιτευτική εκτροπή» με το δημοκρατικό πολίτευμα εν γένει, κάθε άλλο παρά ελπιδοφόρο μου φαίνεται. Και η χαλαρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται το όλο φαινόμενο με ανησυχεί ακόμα περισσότερο.

Η δική μου απάντηση, αν έμπαινα ποτέ στον κόπο να ασχοληθώ με ένα τέτοιο δίλημμα, θα ήταν μια «υγιής δημοκρατία». Και παρόμοια θεωρώ ότι θα απαντούσε κάθε σκεπτόμενο άτομο. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, θεωρείται από τον κόσμο στις μέρες «ευσεβής πόθος», με ελάχιστες πιθανότητες να μετουσιωθεί σε πράξη.

Ρωτάω εγώ όμως: Το να αφήναμε οριστικά πίσω μας τις άκαρπες επιλογές των άκρων (ολοκληρωτισμός vs ασυδοσία και αντίστροφα) δουλεύοντας παράλληλα με τους εαυτούς μας, δε θα ήταν μια καλή αρχή…;

Παύλος Βασιλειάδης

Y.Γ: Βασικά στοιχεία για την οικονομική πολιτική της επταετίας βρίσκονται στην ανάλυση του Σ. Ζορμπαλά «Ο νεοφασισμός στην Ελλάδα», στο βιβλίο του Δ. Μπενά «Η εισβολή του ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα», καθώς και στα σχετικά κεφάλαια από τον 16ο τόμο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους.